Friends of music  
 
 

 

Γιώργος Σεφέρης

Ψευδώνυμο του Γ. Σεφεριάδη. Γεννήθηκε το 1900 στη Σμύρνη. Ανώτερος διπλωματικός του υπουργείου Εξωτερικών. Τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ (1963) της Λογοτεχνίας. Ποιητής, δοκιμιογράφος και μεταφραστής. Έργα: «Στροφή», «Στέρνα», «Μυθιστόρημα», «Τετράδιο γυμνασμάτων 1928-1937», «Ημερολόγιο καταστρώματος Α’», «Ημερολόγιο καταστρώματος Β’», «Κίλχη», «Κύπρος, ου μ’ εθέσπισεν», «Δοκιμές» (2 τόμοι με δοκίμια)», «Διάλογος πάνω στην ποίηση» (δοκίμιο), Τ.Σ. Έλιοτ «Η έρημη χώρα και άλλα ποιήματα» (μετάφραση), «Αντιγραφές» (μετάφραση ποιημάτων ξένων ποιητών) κ.α.

Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΥ

- Παλιέ μου φίλε τί γυρεύεις;
Χρόνια ξενιτεμένος ήρθες
Με εικόνες που έχεις αναθρέψει
Κάτω από ξένους ουρανούς
Μακριά απ’ τον τόπο τον δικό σου.

- Γυρεύω τον παλιό μου κήπο
Τα δέντρα μου έρχουνται ως τη μέση
Κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια
Κι όμως σαν ήμουνα παιδί
Έπαιζα πάνω στο χορτάρι
Κάτω από τους μεγάλους ίσκιους
Κι έτρεχα πάνω σε πλαγιές
Ώρα πολλή λαχανιασμένος.

- Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
Σιγά – σιγά θα συνηθίσεις
Θ’ ανηφορίσουμε μαζί
Στα γνώριμα σου μονοπάτια
Θα ξαποστάσουμε μαζί
Κάτω απ’ το θολό των πλατάνων
Σιγά – σιγά θα’ ρθουν κοντά σου
Το περιβόλι κι οι πλαγιές σου.


- Γυρεύω το παλιό μου σπίτι
Με τ’ αψηλά τα παραθύρια
Σκοτεινιασμένα απ’ τον κισσό
Γυρεύω την αρχαία κολόνα
Που κοίταζε ο θαλασσινός.
Πώς θες να μπω σ’ αυτή την στάνη;
Οι στέγες μου έρχουνται ως τους ώμους
Κι όσο μακριά και να κοιτάξω
Βλέπω γονατιστούς ανθρώπους
Λες κάνουνε την προσευχή τους.

- Παλιέ μου φίλε δε μ’ ακούς;
Σιγά – σιγά θα συνηθίσεις
Το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις
Κι αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν
Σε λίγο οι φίλοι κι οι δικοί σου
Γλυκά να σε καλωσορίσουν.

- Γιατί είναι απόμακρη η φωνή σου,
Σήκωσε λίγο το κεφάλι
Να καταλάβω τι μου λες
Όσο μιλάς τ’ ανάστημα σου
Ολοένα πάει και λιγοστεύει
Λες και βυθίζεσαι στο χώμα.


- Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
Σιγά – σιγά θα συνηθίσεις
Η νοσταλγία σου έχει πλάσει
Μια χώρα ανύπαρκτη με νόμους
Έξω απ’ της γης κι απ’ τους ανθρώπους.

- Πια δεν ακούω τσιμουδιά
Βούλιαξε κι ο στερνός μου φίλος
Παράξενο πως χαμηλώνουν
Όλα τριγύρω κάθε τόσο
Εδώ διαβαίνουν και θερίζουν
Χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα.

ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΙΑ

Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε πως προχωρούμε.
Να αισθάνεσαι δε φτάνει, μήτε να σκέπτεσαι, μήτε να κινείσαι
Μήτε να κινδυνεύει το σώμα σου στην παλιά πολεμίστρα,
Όταν το λάδι ζεματιστό και το λιωμένο μολύβι αυλακώνουνε τα τειχιά.

Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε κατά που προχωρούμε,
Όχι καθώς ο πόνος μας το θέλει και τα πεινασμένα παιδιά μας
Και το χάσμα της πρόσκλησης των συντρόφων
από τον αντίπερα γιαλό
Μήτε καθώς ψιθυρίζει το μελανιασμένο φως
στο πρόχειρο νοσοκομείο,
Το φαρμακευτικό λαμπύρισμα στο προσκέφαλο
του παλικαριού που χειρουργήθηκε το μεσημέρι...

Αλλά με κάποιον άλλο τρόπο, μπορεί να θέλω να πω καθώς
το μακρύ ποτάμι που βγαίνει από τις μεγάλες λίμνες
τις κλειστές βαθιά στην Αφρική
Και ήταν κάποτε θεός κι έπειτα γένηκε δρόμος
και δωρητής και δικαστής και δέλτα

Που δεν είναι ποτές του το ίδιο,
κατά που δίδασκαν οι παλαιοί γραμματισμένοι,
Κι ωστόσο μένει πάντα το ίδιο σώμα, το ίδιο στρώμα
και το ίδιο Σημείο, ο ίδιος προσανατολισμός.

Δεν θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά,
να μου δοθεί ετούτη η χάρη.
Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές
που σιγά – σιγά βουλιάζει
Και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ
που φαγώθηκε από τα μαλάματα το πρόσωπο της
Κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια
γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.

Αν είναι ανθρώπινος ο πόνος δεν είμαστε άνθρωποι
μόνο για να πονούμε
Γι’ αυτό συλλογίζομαι τόσο πολύ, τούτες τις μέρες,
το μεγάλο ποτάμι
Αυτό το νόημα που προχωρεί
ανάμεσα σε βότανα και σε χόρτα
Και ζωντανά που βόσκουν και ξεδιψούν κι ανθρώπους
που σπέρνουν και που θερίζουν
Και σε μεγάλους τάφους ακόμη
και μικρές κατοικίες των νεκρών.

Αυτό το ρέμα που τραβάει το δρόμο του και που δεν είναι
τόσο διαφορετικό από το αίμα των ανθρώπων
Κι από τα μάτια των ανθρώπων όταν κοιτάζουν ίσια
– πέρα χωρίς το φόβο μες στην καρδιά τους,
Χωρίς την καθημερινή τρεμούλα για τα μικροπράγματα
ή έστω και για τα μεγάλα
Όταν κοιτάζουν ίσια – πέρα καθώς ο στρατοκόπος
που συνήθισε ν’ αναμετρά το δρόμο του με τ’ άστρα,
Όχι όπως εμείς, την άλλη μέρα, κοιτάζοντας το κλειστό περιβόλι
στο κοιμισμένο αράπικο σπίτι,
Πίσω από τα καφασωτά, το δροσερό περιβολάκι ν’ αλλάζει σχήμα,
να μεγαλώνει και να μικραίνει
Αλλάζοντας καθώς κοιτάζαμε, κι εμείς, το σχήμα του πόθου μας
και της καρδιάς μας,
Στην στάλα του μεσημεριού, εμείς το υπομονετικό ζυμάρι ενός κόσμου που μας διώχνει και που μας πλάθει,
Πιασμένοι στα πλουμισμένα δίχτυα μιας ζωής
που ήτανε σωστή κι έγινε σκόνη και βούλιαξε μέσα στην άμμο
Αφήνοντας πίσω της μονάχα εκείνο το απροσδιόριστο λίκνισμα
που μας ζάλισε μιας αψηλής φοινικιάς.

 


© 2006-2017 Friends of music GR